Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

ιστορια


-->
Δήμος Τριγώνου
Μηλέα
  Η Μηλέα είναι από τα πιο γραφικά και ιστορικά χωριά του Δήμου Τριγώνου. Διάφορα παραδοσιακά σπίτια, κτισμένα από λαξευμένη πέτρα, αρχοντικά στην όψη, παραπέμπουν σ’ ένα λαμπρότερο παρελθόν.
Το όνομα Μηλέα, το οποίο στην τοπική διάλεκτο ακούγεται Μηλιά, προέρχεται ετυμολογικά από το ρήμα μιλώ. Το παραδοσιακό όνομα του οικισμού, ο οποίος βρίσκεται κτισμένος κοντά στις όχθες του ποταμού Aρδα και απέχει μόλις ελάχιστες εκατοντάδες μέτρα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, είναι Μπεχτεσλί.
Μπεχτατζήδες ή Μπεχτεσήδες ονομάζονταν οι κάτοικοι της σημερινής Μηλέας και συγγένευαν με τους κατοίκους του Πενταλόφου, της Γιαλιάς και της Μπάρας. Αυτοί διέμεναν μόνιμα εκεί και ήταν Έλληνες στην καταγωγή. Κατά την διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας επαναστάτησαν κατά του σουλτάνου, μα η εξέγερσή τους αυτή είχε τραγικό τέλος, αφού εκτός από ελάχιστους οι υπόλοιποι κάτοικοι σφαγιάσθηκαν. Οι εναπομείναντες κάτοικοι βλέποντας το μέγεθος της ανθρώπινης αυτής τραγωδίας ορκίστηκαν να μην ακουστεί πλέον μιλιά, προφανώς κατά του κατακτητή. Έτσι εικάζεται πως προέκυψε η ονομασία του χωριού Μηλιά. Η αρχική γεωγραφική θέση όμως της Μηλέας βρίσκονταν νοτιοδυτικότερα. Για να προστατέψουν οι κάτοικοι τις περιουσίες τους από τα ορμητικά νερά του ποταμού Aρδα εγκαταστάθηκαν πιο βορειοανατολικά, σε μια ασφαλέστερη για αυτούς περιοχή. Ο παλαιός αυτός οικισμός αποκαλείται από τους σημερινούς κατοίκους Παλαιοχώρι και ήταν κτισμένος δίπλα στο ποτάμι, που στην αρχαιότητα ονομάζονταν Χρυσοπόταμος. Την ονομασία του αυτή την απέκτησε από τα άφθονα κοιτάσματα χρυσού που υπήρχαν στις όχθες του. Ο ποταμός Aρδας ήταν κατά τους αρχαίους χρόνους πλωτός, ο οικισμός μάλιστα του Παλαιοχωρίου διέθετε κι ένα λιμάνι. Εκεί προσάραζαν εμπορικά καράβια μεταφέροντας εμπορεύματα που είχαν ως αποδέκτες τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Στους παρακείμενους λόφους υπήρχαν και διασώζονται ακόμη και σήμερα σπήλαια, τα οποία τότε λειτουργούσαν σαν ξενώνες για τους ταξιδιώτες. Λέγεται πως στο λόφο όπου είναι κτισμένο το παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία υπάρχει ένα μεγάλο σπήλαιο, το οποίο συγκοινωνεί μέσω μιας υπόγειας σήραγγας με το άλλοτε λιμάνι της Μηλέας. Τόσο το σπήλαιο αυτό, όσο και η σήραγγα καθώς και το λιμάνι παραμένουν μέχρι και σήμερα ανεξερεύνητα.
Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ
«Ο οικισμός αυτός είναι διάσπαρτος από αρχαιότητες» δηλώνουν ορισμένοι από τους κατοίκους που ζουν σήμερα εκεί. Σε απόσταση μόλις πεντακοσίων μέτρων δυτικά προς την Βουλγαρία, υπάρχει ένα βυζαντινό κάστρο, ο επανομαζόμενος Καλές, του οποίου τα ερείπια σώζονται μέχρι σήμερα. Εντός των γεωγραφικών ορίων της Μηλέας σώζονται αρκετοί τύμβοι (τούμπες) οι οποίοι έχουν χαρακτηρισθεί ως αρχαιολογικοί χώροι. Στο σημείο όπου στεγάζεται το νηπιαγωγείο βρέθηκε πριν από μερικά χρόνια αρχαίος τάφος μέσα στον οποίο υπήρχαν τα οστά ενός πανύψηλου άνδρα και δίπλα του ένα δόρυ.
Ορισμένα από τα μνημεία ανάγονται χρονολογικά στην εποχή του Τραϊανού, αυτοκράτορα των Ρωμαίων.
Στην τοποθεσία «Τσακαλίκια» υπάρχει ένα βυζαντινό νεκροταφείο και μια βυζαντινή εκκλησία. Εκεί βρέθηκε, όταν αυτή κάηκε από φωτιά, ένα χρυσό αγαλματίδιο. Στο Παλαιοχώρι σώζονται σήμερα πέτρινα και κεραμικά κτίσματα τα οποία έχουν πάνω τους τη σφραγίδα των βυζαντινών χρόνων. Στο παλαιό νεκροταφείο του Παλαιοχωρίου βρίσκεται επίσης η εκκλησία του προστάτη του οικισμού, αγίου Αθανασίου. Εκεί βρίσκεται το διασωθέν εικονοστάσι. Ανεξήγητο είναι το γεγονός της ύπαρξης πολλών εκκλησιαστικών κτισμάτων στον οικισμό.
«Στο χωράφι του παππού μου υπήρχε επίσης μια εκκλησία. Σ’ αυτήν βρέθηκαν μαρμάρινες πλάκες των εξήντα περίπου εκατοστών. Στην περιοχή έψαχναν οι Ρώσοι πριν πολλά χρόνια για εννέα εκκλησίες», καταθέτει σαν προφορική μαρτυρία βασισμένη σε στοιχειοθετημένες αρχαιότερες μαρτυρίες, ο κύριος Χαρισούδης Νικόλαος.
Πήλινα πιθάρια και σωλήνες καθώς και πήλινοι φούρνοι ήρθαν στην επιφάνεια όταν έγινε ο αναδασμός των χωραφιών στην περιοχή αυτή. Καταστράφηκαν όμως στην συνέχεια επειδή δεν συγκεντρώθηκαν κάπου έτσι ώστε να διαφυλαχθούν. Από τα ερείπια παλιών εκκλησιών και άλλων κτισμάτων έπαιρναν οι κάτοικοι, μη γνωρίζοντας την αξία τους, κατεργασμένες πέτρες και έκτιζαν μ’ αυτές τα σπίτια τους. Τα ίχνη του άφησε κατά την διέλευσή του από την περιοχή και ο Μέγας Αλέξανδρος. Τύμβοι καθώς και νομίσματα αποτελούν αδιάσειστους μάρτυρες του γεγονότος αυτού.
«Στο μουσείο της Κομοτηνής υπάρχει ένα τετράδραχμο ασημένιο νόμισμα. Αυτό το νόμισμα το βρήκε η μάνα μου και το παρέδωσε στις αρχές. Σ’ αυτό απεικονίζονται αφενός η κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αφετέρου η κεφαλή της Θεάς Αθηνάς» αναφέρει και πάλι ο κάτοικος Νικόλαος Χαρισούδης. Στην περιοχή του οικισμού «Τσακαλίκια» υπήρχαν στα τέλη του προπερασμένου αιώνα μεταλλεία χρυσού. Ένα κτίσμα που αποκαλύφθηκε πριν από αρκετά χρόνια το μαρτυρεί. «Ο παππούς μου δούλευε σαν φύλακας των μεταλλείων» δηλώνει πάλι ο κύριος Χαρισούδης.
Η ΜΗΛΕΑ ΤΟΥ 20ου ΚΑΙ 21ου ΑΙΩΝΑ
   Πριν από έναν αιώνα περίπου ζούσαν στον οικισμό της Μηλέας περίπου οκτακόσιοι κάτοικοι. Την περίοδο εκείνη έρχονται και εγκαθίστανται εκεί και ορισμένες οικογένειες όπως των Χαρισούδη, Μικούδη, Χόγια και Μαρκάτσα από το Κουρτ της Ανατολικής Ρωμυλίας ή σημερινό Βούλτσε της Βουλγαρίας. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, καλλιεργούν σιτηρά, βαμβάκι, καλαμπόκι και καπνά. Κάθε οικογένεια είχε όμως και το δικό της αμπέλι, από το οποίο παρήγαγαν κρασί και παρασκεύαζαν σε αυτοσχέδια αποστακτήρια το τσίπουρο. Αντί για παπούτσια φορούσαν τσαρούχια. Αυτά τα κατασκεύαζαν από δέρμα γουρουνιού το οποίο για να μην σαπίζει το πασπάλιζαν με αλάτι χοντρό και το άφηναν στον ήλιο για να ξεραθεί. Για την προσωπική τους καθαριότητα χρησιμοποιούσαν σαπούνι που παρασκευάζονταν από χοιρινό λίπος, καυστική ποτάσα και νερό. Έβραζαν αρχικά το λίπος επί πολλές ώρες ανακατεύοντάς το συχνά και έπειτα το άφηναν να παγώσει. Στην συνέχεια το μάζευαν από την επιφάνεια του νερού προσθέτοντας την καυστική ποτάσα για να αποκτήσει συμπαγή μορφή. Από το σουσάμι παρασκεύαζαν την ταχίνι η οποία είχε όχι μόνο θρεπτικές αλλά και θεραπευτικές ιδιότητες. Από τα κουκούλια έφτιαχναν μετάξι το οποίο εμπορεύονταν στο Κάστρο, δηλαδή την Ανδριανούπολη.
Τον περασμένο αιώνα λειτουργούσαν στη Μηλέα 4 νερόμυλοι ιδιοκτησίας των οικογενειών Χαρισούδη, Τσελεμπή, Τσουκαλά και Κάλφα. Οι νερόμυλοι των τελευταίων δύο ιδιοκτητών ήταν κτισμένοι μάλιστα εντός του ποταμού Aρδα. Σήμερα σώζονται από αυτούς μόνον τα ¨μπέντια¨ δηλαδή οι ξύλινες αποθήκες νερού.
Οι ξυλουργοί του χωριού ήταν οι: Δελτσίδης Απόστολος, Τιαγκούδης (Μπαντίκας) Δημήτριος και ο γιος του Διαμαντής. Οι δύο τελευταίοι ήταν παράλληλα και κτίστες.
Πεταλωτής ήταν ο Μέγας Πολυμένης, γανωτής ο Τιαγκούδης Κων/νος, πρακτικός οδοντίατρος ο παππού-Μηρμηλιάγκος, πρακτικός κτηνίατρος ο παππού-Στυλιανός και κλητήρας ο Νικολακούδης Κων/νος. Με την σιδηρουργία ασχολούνταν ο Γκιντούδης Aγγελος και ο Χαρισούδης Δημήτριος. Σε κάθε μικρή ή μεγαλύτερη ως προς τον αριθμό κοινωνία της περιοχής υπήρχαν όμως και άλλα επαγγέλματα, τα οποία δυστυχώς σήμερα έχουν εξαλειφθεί, όπως του ράφτη, της μοδίστρας και του κουρέα.
Οι ράφτες της Μηλέας ήταν: ο Τσιακίρης Δημήτριος και ο Γιατσίδης Τριαντάφυλλος, κουρείς οι: Τιαγκούδης Διαμαντής, Κούρος Γεώργιος και Γιατσίδης Τριαντάφυλλος. Αξιόλογες μοδίστρες ήταν η Χαρισούδη Τασία, η Τσελεμπή Χρυσούλα και η Πανωραία Μηρμηλιάγκου.
Τα 7 καφενεία του χωριού ανήκαν στους Αποστολακούδη Ζήση, Αφοκατούδη Ιωάννη, Ρωμούδη Αγοραστή, Νικολακούδη Σιδέρη, Τιαγκούδη Δημήτριο, Αγγελακούδη Παράσχο και Αραμπατζή Χρήστο.
Σημαντικός για την κοινωνία της Μηλέας πριν από πολλές δεκαετίες ήταν και ο ρόλος των βαρκάρηδων. Χάρη σ’ αυτούς υπήρχε η δυνατότητα προσβασιμότητας και επικοινωνίας με τον ¨έξω¨ κόσμο. Αυτοί ήταν οι Τσελεμπής (Τουπτσής) Δημήτριος, ο παππού-Θανάσης ή Καλκανίδης Αθανάσιος καθώς και ο παππού-Αγάς. Τις βάρκες τις κατασκεύαζαν μόνοι τους. Τα εργαστήρια τους μάλιστα βρίσκονταν δίπλα στο ποτάμι.
Παντοπωλεία είχαν Αραμπατζής Χρήστος, παππού-Σάββας Νακατσιόρας, Ηπειρώτης στην καταγωγή και ο Αγγελακούδης Παράσχος. Μπαξεβάνης ήταν ο παππού-Ανδρίκος ο οποίος διέθετε και ένα μαγγανοπήγαδο.

Στο δημοτικό σχολείο της Μηλέας φοιτούσαν το έτος 1955 γύρω στους εκατό μαθητές και μαθήτριες και δίδασκαν εκεί 4 δάσκαλοι.



ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΜΗΛΕΑΣ

Η πανήγυρη του χωριού πραγματοποιούνταν του Αγίου Αθανασίου προστάτη της Μηλέας. Την παραμονή τελούνταν Μέγας Εσπερινός και ανήμερα του Αγίου τελούνταν η Θεία Λειτουργία. Οι πανηγυρικές εκδηλώσεις στις οποίες συμμετείχε ολόκληρο το χωριό καθώς και οι κάτοικοι των γειτονικών οικισμών γίνονταν στο προαύλιο της εκκλησίας, ενώ στην παρακείμενη πλατεία του χωριού άρχιζε το μεγάλο γλέντι με την συνοδεία των τοπικών οργανοπαικτών, των βιολιτζήδων Παναγιώτη Καλφόπουλου, Δημητρίου και Παναγιώτη Γιατσίδη, Γεωργίου Αποστολακούδη, Πολυμένη Αραμπατζή και Γεωργίου Κούρου στο ούτι. Στις ημέρες μας η πανήγυρη πραγματοποιείται ανήμερα των Δώδεκα Αποστόλων.
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΜΗΛΕΑ
Τα παλικάρια καθώς και τα μικρά παιδιά του χωριού μαζεύονταν από ημέρες σε καθορισμένα σπίτια και μάθαιναν τα κάλαντα. Την παραμονή των Χριστουγέννων τραγουδώντας πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Οι κάτοικοι του χωριού τα έδιναν χριστόψωμο, σύκα, καρύδια, κρέας χοιρινό, μπακλαβάδες και ελάχιστα χρήματα γιατί λίγοι κάτοικοι του χωριού διέθεταν τότε χρήματα. Όταν τελείωναν τα κάλαντα πήγαιναν στην πλατεία του χωριού και χόρευαν, το χωριό βούιζε από παιδικές φωνές. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς επαναλαμβάνονταν το ίδιο σκηνικό. Οι άνδρες μαζεύονταν στα καφενεία και έπαιζαν μέχρι το πρωί «κουμάρι», δηλαδή χαρτιά, θέλοντας έτσι να δοκιμάσουν την τύχη τους για την νέα χρονιά. Τις ημέρες αυτές γενικότερα η ατμόσφαιρα στο χωριό ήταν εορταστική. Αν και υπήρχε μεγάλη φτώχεια, αυτή ήταν όμως πιο ανθρώπινη.
Των Φώτων, την τελευταία ημέρα του Δωδεκαήμερου, μετά την Θεία Λειτουργία ο ιερέας και οι κάτοικοι πήγαιναν στον ποταμό Aρδα. Εκεί έριχνε ο παπάς τον σταυρό και αρκετοί ήταν αυτοί που δεν δίσταζαν να μπουν στα κρύα νερά του ποταμού να βγάλουν τον σταυρό. Σήμερα δεν συμβαίνει κάτι ανάλογο.
Κτισμένο πάνω στον υψηλότερο λόφο του οικισμού βρίσκεται το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Σύμφωνα πάντοτε με την παράδοση, ανήμερα της γιορτής του, παρουσιάζονταν εκεί ένα ζαρκάδι το οποίο και θυσίαζαν. Ανήμερα τελούνταν η Θεία Λειτουργία και ακολουθούσε το «κουρμπάνι». Από το εκκλησάκι αυτό, άγνωστο πότε κτίσθηκε, λέγεται πως πέρασε ο Κοσμάς ο Αιτωλός, έχει καταρρεύσει. «Ξεκίνησα να το ανακατασκευάζω πριν από 17 χρόνια. Οι επισκευαστικές εργασίες διήρκησαν 6 ολόκληρα χρόνια. Το εκκλησάκι αυτό έπρεπε να ξαναγίνει για ιστορικούς και θρησκευτικούς λόγους» λέει ο κύριος Χαρισούδης Νικόλαος.
«Τις Απόκριες πηγαίναμε σε συγγενικά και φιλικά σπίτια έχοντας μαζί μας ένα μπουκάλι κρασί. Κάνοντας τις σχετικές προπόσεις συγχωρούσαμε ο ένας τον άλλο. Επίσης αναβιώνουμε το έθιμο του Μπέη και ντυνόμασταν μασκαράδες», λένε οι κάτοικοι του χωριού.
Των Αγίων Θεοδώρων ανήμερα έπαιζαν τα αγόρια και τα κορίτσια γύρω από το χωριό το «γιοφύρι-γιοφυράκι» κρατώντας μια βέργα και σηκώνοντας τα χέρια τους ψηλά έφτιαχναν μια γέφυρα. Κάτω από αυτήν περνούσαν τα αγόρια καθώς και τα κορίτσια. Η αναβίωση του εθίμου αυτού συνέβαλε στη γνωριμία των νέων μεταξύ τους.
Εν έτει 2008 συνεχίζεται η ζωή στο χωριό Μηλέα. Οι εκατό περίπου κάτοικοι έχοντας συντροφιά τις αναμνήσεις μιας όμορφης εποχής στο μυαλό μα και στην ψυχή, μάχονται καθημερινά για να επιβιώσουν, θέλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο να υπογραμμίσουν πως η ζωή τους χαμογελάει ακόμη και σήμερα σ’ αυτή την απόμακρη μα γεμάτη ανθρωπιά γωνιά της Ελλάδας.
Τελειώνοντας το οδοιπορικό αυτό στο χωριό Μηλέα, επιθυμώ με όλη μου την καρδιά να ευχαριστήσω όλους όσους συνέβαλαν στο ζωντάνεμα της ιστορίας του χωριού και ιδιαίτερα τους Κων/νο Μηρμηλιάγκο και τον Νικόλαο Χαρισούδη.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου